μαύρη Φούσκα
Πριν τη ηλικία των 10 δεν θυμάμαι να είχα ποτέ μου στρες. Τουλάχιστον έτσι θυμάμαι ή πείσει τον εαυτό μου να θυμάται. Όταν μια μέρα με είχαν τυλίξει τα κύματα και παρά λίγο να πνιγώ. Όταν ζήλεψα τα κορίτσια με τις πιο πολλές κούκλες. Όταν εμφανιζόντουσαν τέρατα της φαντασίας μου στο δωμάτιο μου. Ήταν συναισθήματα που δεν ονόμασα ποτέ, τα οποία χάνονταν πριν προλάβουν να ριζώσουν. Και πραγματικά τείνω να νοσταλγώ αυτή τη παιδική ικανότητα να προσπερνάω με μια ανεμελιά το κάθε μου εμπόδιο. Και ιδίως όταν το άγχος μου με κατακλύζει, αυτή η νοσταλγία γίνεται αφόρητη.
{‘‘Ήταν συναισθήματα που δεν ονόμασα ποτέ, τα οποία χάνονταν πριν προλάβουν να ριζώσουν’’
Μήπως τελικά δεν χάθηκαν ποτέ; Μήπως όσο μικρά κι αν ήταν, παραμένουν άγχη που απλώς αποθηκεύονται σε μια σκοτεινή γωνία του εγκεφάλου; Άγχη που περιμένουν να γίνουμε ‘‘αρκετά ενήλικες’’ για να ξεμυτίσουν ξανά. Φαντάζει παράλογο να σκέφτεσαι ότι το άγχος μιας δέσμευσης, ή του να βρίσκεσαι σε ένα πολύ μικρό και στενό χώρο, μπορεί να είναι το ίδιο κύμα που παραλίγο να σε πνίξει όταν ήσουν 7.
Μήπως αυτός ο παλιός φόβος του πνιγμού δεν έφυγε ποτέ από τους πνεύμονες μου;
Κάποιος μου είπε πως παλαιότερα για καιρό ένιωθε πως ζούσε σε μια μαύρη φούσκα. Μου μίλησε για μια ζωή μέσα σε αυτήν, αποχαυνωμένος από τα συναισθήματα και τα τραύματα του, παγιδευμένος σε μια διαρκή λούπα, ένα αξεδιάλυτο κουβάρι.
Αυτή η εικόνα καρφώθηκε στο μυαλό μου. Τι ασυνήθιστος χαρακτηρισμός; Και μαύρη, και φούσκα. Μαύρη σαν να απορροφά κάθε πηγή φωτός ανακυκλώνοντας τον ίδιο παλιό αέρα, αναπνέοντας τον ξανά και ξανά μέχρι να σου τελειώσει το οξυγόνο. Φούσκα, το πιο ύπουλο κομμάτι αυτής της περιγραφής. Είναι μια ασφυξία από την υπερβολική δόση του εαυτού σου. Σε εκμηδενίζει, δεν έχεις μέτρο σύγκρισης απ’ τον έξω κόσμο. Αν αυτό που νιώθεις είναι λογικό, αν ο πόνος σου είναι μεγάλος, αν υπάρχει άλλη πραγματικότητα. Η φούσκα στενεύει τόσο που καταλήγει να γίνεται το δέρμα σου.
Μου γεννήθηκαν ερωτήματα. Πώς είναι να επιβιώνεις εκεί μέσα; Και πώς είναι να ανασαίνεις τον καθαρό αέρα αφού βγεις; Σε ξανά επισκέπτεται η φούσκα ή εσύ αυτήν;
Αναρωτιέμαι συχνά κι εγώ αν έχω τη δική μου, αν την κουβαλάω χωρίς να το ξέρω, αν την έχω κάνει κομμάτι μου. Κοιτάζω ανθρώπους, μιλάω με φίλους, διαβάζω τα νέα, παρατηρώ τους γονείς μου. Όλοι κάτι έχουν δημιουργήσει, ένα δικό τους τέχνασμα, μια δικιά τους μαύρη φούσκα. Είτε αυτό είναι μια ‘‘φυλακή’’, μια μαύρη τρύπα, ένας μόνιμος σωματικός πόνος, ένας εθισμός, μια αυτοκαταστροφή.
Ίσως τελικά όλες αυτές οι μαύρες φούσκες να μην είναι τίποτα άλλο παρά ένα δοχείο όλων εκείνων των στιγμών και συναισθημάτων που προσπεράσαμε ως παιδιά. Ίσως λοιπόν ήρθε η ώρα να αναγνωρίσουμε αυτά τα μικρά άγχη που κουβαλάμε από τότε. Μπορεί ως παιδιά να μην είχαμε ούτε τις λέξεις ούτε τα εργαλεία για να τα εξηγήσουμε, πόσο μάλλον να τα αντιμετωπίσουμε. Δικαιωματικά τα αφήσαμε στην άκρη, θέλαμε να παίζουμε, να γελάμε και να μεγαλώνουμε παρά το βάρος τους. Οι μαύρες φούσκες μας, σχηματίζονταν από τότε. Η πανοπλία που φτιάξαμε όταν ο κόσμος έμοιαζε υπερβολικά μεγάλος και τρομακτικός.
Σήμερα όμως, το βάρος αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί. Καταλαμβάνουν χώρο που δεν τους ανήκει, επηρεάζοντας τις σχέσεις μας, τις αποφάσεις μας, τον τρόπο που αναπνέουμε. Τώρα που μεγάλωσε το ανάστημα μας, ίσως μπορούμε να αρχίσουμε να αδειάζουμε αυτό το δοχείο σιγά σιγά. Και αν είσαι πολύ τυχερός θα βρεις εκείνους που θα κρατήσουν το δοχείο μαζί σου μέχρι να ελαφρύνεις.
Μην φοβάσαι να μοιραστείς το βάρος
-Dani