Merry Christmas, please cALL
Χθες παρατήρησα πως ο Δεκέμβρης νιώθει σαν να μην έχεις άλλο χρόνο. Ότι έκανες έκανες με’ στη χρονιά και εύκολα τώρα πια επαναπαύεσαι με αυτή την ιδέα. Σχεδόν σαν να σταμάτησε ο χρόνος, κι εσύ μένεις να κοιτάς ότι απομένει.
Ξυπνώντας σήμερα λοιπόν σκέφτηκα να πάρω τηλέφωνο τον Νοέμβρη, δεν απέχει πολύ αλλά τουλάχιστον τότε είχα χρόνο. Μιλήσαμε για το κρύο που δεν είναι ακόμα χειμώνας, για την κίνηση στους δρόμους, την δουλειά, την σχολή και όλες τις ζακέτες που τις βγάζεις και τις ξαναφοράς. Γελάσαμε για το πόσες φορές μέσα στον μήνα έχασα τον εαυτό μου για τα περιττά της καθημερινότητας και το πόσο εύκολα εκλογικευόμουν ξανά από τους φίλους μου που και αυτοί είχαν τις δικές τους καθημερινές μάχες. Είναι μεγάλο χάρισμα να μπορείς να δεις ότι δεν παλεύεις μόνος σου. Ωστόσο κάτι δεν με εξυπηρετούσε ακόμη και έτσι στράφηκα στον Οκτώβριο, όταν δημοσίευσα το blog μου και έπιασα την πρώτη μου δουλειά, αλλάζοντας έτσι ριζικά τη ζωή μου. Όσο τον άκουγα να μου τα λέει, μπροστά μου πέρναγαν αναμνήσεις από τις στιγμές που αναρωτιόμουν αν όλα αυτά που έκανα είχαν τελικά νόημα. Οι επανασυνδέσεις με φίλους, τα πηγαινέλα με τα ξεχειλισμένα μέσα, τα άρθρα που δημοσίευα πιστεύοντας ότι είναι ότι καλύτερο έχω γράψει, μόνο για να θελήσω να γίνω ακόμα καλύτερη μετά. Τώρα βλέπω καθαρά πόσο αμφισβητούσα τον εαυτό μου, εγώ ,που έκανα τόσο κόπο να φέρω την αλλαγή στη ζωή μου. Ο Σεπτέμβρης δεν θα καταλάβει, καθώς δεν έχει ξεπεράσει ακόμα το καλοκαίρι και ότι και να του πεις θα το προσπεράσει από την ανεμελιά, δεν τον νοιάζουν τα μικροπράγματα. Κάπως με ανακουφίζει αυτή του η στάση, που με αφήνει να είμαι όπως είμαι και μου θυμίζει ότι όλα μπορούν να περιμένουν λίγο ακόμα. Και αυτό αρκεί για να συνεχίσω.
Στον Αύγουστο, ο μήνας γεμάτος μετακινήσεις, νησιά και εξορμήσεις. Στην Σκωτία φέτος βρήκα πολλές απαντήσεις και μια υπέροχη φίλη. Έμαθα ότι όσο περισσότερο ταξιδεύεις, τόσο πιο εύκολες φαίνονται οι αποφάσεις που θεωρούσες δύσκολες. Τον ευχαρίστησα στο τηλέφωνο καθώς η συζήτηση μας με έκανε να δω τα πράγματα από μια γωνία που είχα ξεχάσει. Και όταν τα είπα όλα αυτά στον Ιούλιο αυτός κατευθείαν με μάλωσε, γιατί μας θέλει όλους παιδιά, να πηγαίνουμε στη θάλασσα βράδυ και πρωί, να χορεύουμε σε συναυλίες και σε πάρτυ , να φιλιόμαστε να μαλώνουμε και να ξαναβρίσκουμε κάθε μέρα από την αρχή την αθωότητα που πιστεύαμε πως είχαμε χάσει. Δεν θέλει να ξεχνάμε, γι’ αυτό τον Ιούλιο πάντα φροντίζω να τον κουβαλάω μαζί μου μέχρι το τέλος του χρόνου. Τον Ιούνιο πάντα τον έπαιρνα πολύ στα σοβαρά, καθώς τον ταυτίζω με τον γενέθλιο μήνα μου. Στο τηλέφωνο είμαι πιο συγκροτημένη όταν του εξιστορώ πράγματα. Αλλά φέτος μου είπε κάτι που με ξάφνιασε. ‘‘Μην με φορτώνεις με τόση σημασία, χαλάρωσε’’ μου είπε. Και είχε δίκιο, γιατί για χρόνια έφερνε μαζί του την αίσθηση ότι πρέπει να είμαι κάθε φορά πιο ώριμη, πιο όμορφη και πιο υπεύθυνη. Κι’ εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι η σοβαρότητα που κουβαλούσα ήταν δική μου, όχι δική του.
Έκανα μια παύση και αργότερα έφτασα στην άνοιξη. Τον Μάιο τον πέτυχα στο τηλέφωνο μαζί με τον Απρίλιο και άρχισαν να μου μιλάνε ταυτόχρονα με πολύ ενθουσιασμό στη φωνή τους, είχε περάσει αρκετός καιρός και περιέργως με ρώταγαν κυρίως αυτοί. Διάβασες για την εξεταστική αυτά που μας έλεγες; Επισκεπτόσουν τον παππού σου πιο συχνά; Έμαθες να συγχωρείς και να απελευθερώνεις; και γιατί πήρες τηλέφωνο; Ήξερα την απάντηση σε κάθε ερώτηση αλλά δεν σκόπευα να απαντήσω, και έτσι η φωνή τους έσβηνε σιγά-σιγά, αφήνοντας την άνοιξη να φεύγει. Το τηλέφωνο έμεινε ανοιχτό και εγώ στην άλλη άκρη της γραμμής να καταλαβαίνω ότι όσα έχω ζήσει μέχρι τώρα με είχαν φέρει ακριβώς εδώ. Έπρεπε να είχα ακούσει όταν ο Μάρτιος μου είπε ότι θα με βομβαρδίσουν στις ερωτήσεις, αλλά δεν με νοιάζει γιατί ο Μάρτιος μου έμαθε πως οι μήνες σε επισκέπτονται ως φίλοι για να σου θυμίσουν ότι όλα όσα πέρασες είχαν τελικά νόημα. Μην φοβάσαι να τους ρωτάς, ούτε αν σε ρωτούν αυτοί, πολλές από τις απαντήσεις που ψάχνεις βρίσκονται εκεί. Και λέγοντας το αυτό, κάλεσα τον Φεβρουάριο, λιγομίλητος στο τηλέφωνο σαν να είχε παραιτηθεί με την πάρτη μου, ο χειμώνας ήταν ακόμα αισθητός στην φωνή του ,προσπαθούσα να εντοπίσω κάπου τον ερχομό της άνοιξης αλλά μάταια. Όσο με περιέγραφε μου ακούγονταν όλα ξένα, ένιωσα παράξενα αποκομμένη σαν να μην ήμουν εγώ. Γύρω στο τέλος με ρώτησε αν έχω να του πω κάτι και σχεδόν μηχανικά έκανα αυτό που ήξερα, και κάλεσα τον Ιανουάριο. Στην άλλη άκρη της γραμμής δεν ακουγόταν κανείς, σαν να έμπαινες μετά από μήνες σε ένα παλιό σκονισμένο σπίτι, πολλά πράγματα στη θέση τους αλλά πλέον παραμορφωμένα απ’ τον πολύ καιρό. Έτσι λοιπόν παίρνω λίγο δύναμη και θάρρος από όλους τους προηγούμενους μήνες και τον ρωτάω ‘‘Πόσο χρόνο έχω ακόμα;’’.
Κλείνω το τηλέφωνο και λέω στον εαυτό μου ‘‘άπειρο’’, είμαι πίσω στον Δεκέμβριο και ο χρόνος μου είναι απεριόριστος για πρώτη φορά. Αρχίζω να σκέφτομαι πως ο νέος χρόνος δεν είναι τίποτα παρά μια νοητή γραμμή που χαράζουμε εμείς οι άνθρωποι για να πούμε ‘‘ξεκινάω από την αρχή’’, αλλά κάποια πράγματα και κάποιες υποθέσεις μπορούν να διευθετηθούν και μια απλή παρασκευή ή μια τυχαία Τρίτη. Η αρχή εμένα έγινε όταν έκανα τα τηλεφωνήματα.
You might want to make some phone calls at this time and get your affairs in order
-Dani